Πολυμήδη Χούτου
Το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ), που διαμορφώνουν οι Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) 2020/285 και (ΕΕ) 2022/542, αναλύεται στο νέο ενημερωτικό σημείωμα του Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, επισημαίνεται ότι οι αλλαγές αυτές διευρύνουν σημαντικά τη διακριτική ευχέρεια των κρατών-μελών στον σχεδιασμό της φορολογικής πολιτικής τους, χωρίς ωστόσο η Ελλάδα να αξιοποιεί τις νέες δυνατότητες.
Σύμφωνα με το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, η μεταρρύθμιση αυτή συνδέει την πολιτική του ΦΠΑ με την πράσινη μετάβαση και την κοινωνική συνοχή.
Ωστόσο, η ελληνική πλευρά έχει αξιοποιήσει τις σχετικές ρυθμίσεις σε πολύ περιορισμένο βαθμό, δίνοντας απόλυτη προτεραιότητα στη δημοσιονομική σταθερότητα.
Όσον αφορά τη μελέτη, η Οδηγία (ΕΕ) 2020/285 αναμορφώνει το ειδικό καθεστώς απαλλαγής των μικρών επιχειρήσεων από τον ΦΠΑ, με στόχο τη μείωση του κόστους συμμόρφωσης, την ενίσχυση της φορολογικής ουδετερότητας και του θεμιτού ανταγωνισμού, καθώς και τη διευκόλυνση της διασυνοριακής δραστηριότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Παράλληλα, εισάγει ως βασική καινοτομία τη δυνατότητα διασυνοριακής απαλλαγής, προβλέποντας εθνικό όριο απαλλαγής έως 85.000 ευρώ και ενωσιακό όριο κύκλου εργασιών 100.000 ευρώ για τη διασυνοριακή εφαρμογή του καθεστώτος.
Η Ελλάδα, με τον νόμο 5144/2024, διατήρησε το εθνικό όριο απαλλαγής μόλις στις 10.000 ευρώ και δεν αξιοποίησε τη δυνατότητα διασυνοριακής εφαρμογής, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να εφαρμόζει ένα από τα πλέον περιοριστικά καθεστώτα απαλλαγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αντίστοιχα, η Οδηγία (ΕΕ) 2022/542 επεκτείνει τις δυνατότητες διαφοροποίησης των συντελεστών ΦΠΑ, επιτρέποντας στα κράτη-μέλη να εφαρμόζουν έως δύο μειωμένους συντελεστές, έναν υπερμειωμένο και έναν μηδενικό, για αγαθά και υπηρεσίες βασικής ανάγκης.
Η Ελλάδα αξιοποίησε τις σχετικές δυνατότητες με περιορισμένο τρόπο, δίνοντας προτεραιότητα στη φορολογική σταθερότητα.
Η απαλλαγή των μικρών επιχειρήσεων αποτελεί εργαλείο μείωσης της γραφειοκρατίας και ενίσχυσης της βιωσιμότητας των πολύ μικρών επιχειρήσεων, ενώ οι μεταβολές των συντελεστών ΦΠΑ μπορούν να λειτουργήσουν ευρύτερα ως εργαλείο οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.
Η αποτελεσματικότητά τους, ωστόσο, εξαρτάται από το κατά πόσο οι φορολογικές μεταβολές μετακυλίονται στις τελικές τιμές.
Το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ καταλήγει πως η αξιοποίηση των νέων ευρωπαϊκών δυνατοτήτων, μέσω αύξησης του ορίου απαλλαγής των μικρών επιχειρήσεων και στοχευμένης χρήσης των διαθέσιμων συντελεστών ΦΠΑ, αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη μείωση των διοικητικών βαρών, τη στήριξη των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων, την ανακούφιση των καταναλωτών και την ευθυγράμμιση της ελληνικής φορολογικής πολιτικής με τις σύγχρονες ευρωπαϊκές πρακτικές.
Η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να αξιοποιήσει καλύτερα το ευρωπαϊκό πλαίσιο ΦΠΑ και φορολογικής πολιτικής προς όφελος των μικρών επιχειρήσεων και της κοινωνίας, αλλά προς το παρόν οι καθεστωτική κυβέρνηση φαίνεται να παραμένει σε περιορισμένη υλοποίηση αυτών των δυνατοτήτων εις βάρος των Ελλήνων πολιτών.
Bάση έρευνας, παρουσιάζονται ιδέες και προτάσεις από τον Πολιτικό Φορέα ”Ελλήνων Συνέλευσις” για μια ριζική αναδιάρθρωση του φορολογικού συστήματος στη χώρα, με έμφαση στην απλοποίηση και την ανάπτυξη παραγωγικών κλάδων.
Με το που θα αναλάβει την διαχείριση της χώρας ο Πολιτικός Φορέας του Έθνους ”Ελλήνων Συνέλευσις”, η Φορολογική Πολιτική αλλάζει ριζικά.
Το Υπουργείο Οικονομικών θα αναδομηθεί σε μια υπηρεσία που θα υπηρετεί τη φορολογική πολιτική μέσω μιας ανταποδοτικής διαδικασίας της Πολιτείας προς τον πολίτη.
Όλοι οι υπάρχοντες φορολογικοί νόμοι θα καταργηθούν, καθώς η πολυνομία θεωρείται η οδός της διαφθοράς, της διαπλοκής, των κακόβουλων ενεργειών και της καταδυνάστευσης του πολίτη.
Μέσω αυτής της φορολογικής πολιτικής θα δοθεί ανάπτυξη σε όλους τους παραγωγικούς κλάδους.
Στον τομέα της βιομηχανίας θα καλύπτει κρίσιμους τομείς παραγωγής για την αυτοδυναμία της Ελλάδας. Τα πρώτα πέντε χρόνια θα ισχύσουν αφορολόγητα.
Είναι η ώρα που η Ελλάδα χρειάζεται μία μεταρρύθμιση και αυτή την μεταρρύθμιση μόνο οι Έλληνες πολίτες μπορούν να τη στηρίξουν με ορθές πολιτικές επιλογές, που να βασίζονται σε πραγματικά στοιχεία και δεδομένα, κλείνοντας τα αυτιά στις σειρήνες-λαοπλάνους, που τάζουν πολλά και κάνουν τίποτα.
