Γερμανία σε τροχιά υπερχρέωσης: Μια Κυβέρνηση χωρίς σχέδιο και πυξίδα 

Γερμανία σε τροχιά υπερχρέωσης: Μια Κυβέρνηση χωρίς σχέδιο και πυξίδα 

Πολυμήδη Χούτου
Η Γερμανία, η χώρα που για δεκαετίες δίδασκε ”πειθαρχία” και ”σταθερότητα” στην Ευρώπη, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια σιωπηλή αλλά βαθιά κρίση αξιοπιστίας.


Φαίνεται να έχει χάσει την στρατηγική της πορεία. Το συνολικό δημόσιο χρέος εκτοξεύτηκε το 2024 στα 2.5 τρισεκατομμύρια ευρώ, ενώ η τάση παραμένει αυξητική. 

Η κυβέρνηση, επιλέγοντας την χαλάρωση του περίφημου ”φρένου χρέους” (Schuldenbremse), ανοίγει την πόρτα σε μια δεκαετία υπερδανεισμού. Σύμφωνα με την Handelsblatt, αυτή η χαλάρωση θα επιβαρύνει το δημόσιο ταμείο με επιπλέον 1.5 τρις ευρώ. Ένα οικονομικό άνοιγμα που θέτει την χώρα σε ευθεία παραβίαση των κανόνων σταθερότητας της Ε.Ε.

Πίσω από τους αριθμούς κρύβεται ένα πιο ουσιαστικό πρόβλημα…μια κυβέρνηση που ενεργεί χωρίς νοηματοδοτημένο σχεδιασμό, μετατρέποντας την δανειακή ευκολία σε εργαλείο ”πολιτικής” επιβίωσης.

Ουσιαστικά, η Γερμανία σήμερα δανείζεται για να πληρώσει επιδόματα;

Αντί να ενισχυθεί η παραγωγή και η καινοτομία, το κράτος ανακυκλώνει κεφάλαια σε ένα αδιέξοδο κοινωνικό σύστημα που αποθαρρύνει την εργασία και επιβαρύνει τον φορολογούμενο πολίτη. 

Τα επιδόματα και τα προγράμματα ενσωμάτωσης, χωρίς αυστηρή στόχευση ή αξιολόγηση αποτελεσματικότητας, δημιουργούν έναν κράτος επιδοτούμενης αδράνειας.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι καταστροφικό για την τοπική αυτοδιοίκηση. 

Αντί να επιλύσει τα διαρθρωτικά ζητήματα, την γραφειοκρατία, το υψηλό ενεργειακό κόστος και την έλλειψη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, επιλέγει να επεκτείνει ένα μοντέλο σπατάλης και προσωρινών παροχών.

Το φαινόμενο αυτό είναι εμφανές στις πόλεις και τις κοινότητες της χώρας.

Το Bürgergeld, η ναυαρχίδα του ”κοινωνικού κράτους” της κυβέρνησης Σολτς, απορροφά τεράστιους πόρους χωρίς να παράγει αναπτυξιακό αντίκρισμα.

Μόνο οι δήμοι ξόδεψαν 44,5 δις ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2025 σε κοινωνικές παροχές, επιδόματα και προγράμματα φιλοξενίας προσφύγων.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι καταστροφικό για την τοπική αυτοδιοίκηση. Οι δήμοι αναγκάζονται να καλύψουν κενά χρηματοδότησης με συνεχείς αυξήσεις τελών και χρεώσεων, από τα σκουπίδια και το νερό έως και τα εισιτήρια των δημοτικών κολυμβητηρίων.

Αν προστεθούν οι 24,1 δις ευρώ για παιδικούς σταθμούς, κοινωνικές δομές και το κόστος προσωπικού που ανήλθε στα 52 δις ευρώ, το αποτέλεσμα είναι μια ανεξέλεγκτη σπειροειδής αύξηση δαπανών. Και όλα αυτά την ώρα που οι τόκοι των υφισταμένων δανείων αυξήθηκαν κατά 19% φτάνοντας τα 2,1 δις ευρώ μέσα σε μόλις έξη μήνες.

Εν τω μεταξύ, ο Gewerbesteuer, ο βασικός φόρος επιχειρήσεων των δήμων, παραμένει σχεδόν στάσιμος (+0,4%), δείχνοντας ότι η πραγματική οικονομία δεν ανακάμπτει.

Όπως προειδοποιεί η Frankfurter Allgemeine Zeitung, ο προϋπολογισμός του 2026 ”είναι ο τελευταίος που μπορεί να αγνοήσει την πραγματικότητα”
Η επόμενη κυβέρνηση θα παραλάβει μια χώρα υπερχρεωμένη, χωρίς αποθέματα και χωρίς κοινωνικό συμβόλαιο με τους πολίτες της.

Η Scope Ratings υπολογίζει ότι μέχρι το 2030, το γερμανικό χρέος θα φτάσει το 74% του ΑΕΠ, έναντι 62,5% το 2023.
Την ίδια στιγμή, το περιθώριο ελιγμών στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμού θα μειωθεί από το 24% σε μόλις 3% ως το 2035.
Η χώρα θα μπορεί ουσιαστικά να διαθέτει μόνο ένα ελάχιστο κομμάτι των πόρων της για πραγματικές μεταρρυθμίσεις. Τα υπόλοιπα θα πηγαίνουν σε τόκους, συντάξεις και κοινωνικές παροχές.

Η κυβέρνηση επιλέγει να προβάλλει τα ”πακέτα ανάπτυξης” και την ”πράσινη μετάβαση”, όμως οι επιπτώσεις των αποφάσεων είναι εντελώς αντίθετες. Η παραγωγικότητα μειώνεται, το κόστος ενέργειας διαλύει την βιομηχανία, και η δημογραφική γήρανση επιβαρύνει το ασφαλιστικό.

Η ”κοινωνική πολιτική” που διαφημίζει το Βερολίνο εξάγεται προς τα κάτω, στους δήμους και τις κοινότητες, οι οποίοι όμως δεν έχουν τα μέσα να την αντέξουν. Η κυβέρνηση επιδιώκει πολιτική ηθική υπεροχή μέσω επιδομάτων και ”αλληλεγγύης”, μεταθέτοντας το πραγματικό οικονομικό κόστος στους πολίτες και τις τοπικές κοινωνίες.

Η πολιτική ηγεσία λειτουργεί χωρίς ενιαία στρατηγική με κοντόφθαλμες παραχωρήσεις προς τα κρατίδια και τους δήμους, ώστε να εξασφαλίσει την ”ειρήνη” του κυβερνητικού συνασπισμού. Αλλά κάθε τέτοια παραχώρηση είναι ένα βήμα πιο κοντά στην χρηματοοικονομική εξάρτηση και την διάβρωση της εμπιστοσύνης.

Ο Γερμανός πολίτης νιώθει ότι το κράτος δεν τον υπηρετεί, αλλά του φορολογεί λαμβάνοντας αποφάσεις για αυτόν χωρίς να ρωτηθεί.

Η αίσθηση αυτή είναι επικίνδυνη για μια κοινωνία που μέχρι πρόσφατα θεωρούσε την πειθαρχία και την αξιοπιστία ως ”εθνική” της ταυτότητα.

Η σημερινή κυβέρνηση ξοδεύει χωρίς μέτρο, δανείζεται χωρίς στρατηγική και κυβερνά χωρίς συνείδηση του μέλλοντος.
Κι έτσι,  η χώρα  που άλλοτε ήταν το πρότυπο της Ευρώπης , κινδυνεύει να γίνει το παράδειγμα προς αποφυγή.   

Αυτό συμβαίνει γιατί λείπει ο ενεργός πολίτης.

Θέτοντας τον πολίτη σε συνεχή αβεβαιότητα  για το αύριο, με επίκτητα προβλήματα, κατάφεραν να τον κάνουν αδρανή. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα  να απαξιώσει την πολιτική που είναι του ίδιου του πολίτη την οποία ασκεί για την Πολιτεία του.

Άρα θα πρέπει ο πολίτης να ενεργοποιηθεί, να ελέγξει τα πάντα, όλους όσους  διαχειρίζονται πλούτο στην χώρα του, ουσιαστικά να μετέχει ο ίδιος επί κρίσεως και αρχής ώστε να γνωρίζει τι ακριβώς συμβαίνει.
Είναι ο μόνος τρόπος να επανέλθει η Δημοκρατία η οποία είναι δημόσια διοίκηση, ουσιαστικά είναι η εκτελεστική εξουσία των αποφάσεων που δημοκρατικά παίρνουν οι πολίτες. Άρα οι πολίτες είναι αυτοί που λαμβάνουν μέρος στις αποφάσεις της Πολιτείας τους.  

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *