Πολυμήδη Χούτου
Η πρόσφατη ψήφιση του Νόμου 5314/2026, ο οποίος δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α’ 103/29.06.2026, σηματοδοτεί μια σημαντική και αμφιλεγόμενη ανατροπή στον διοικητικό και κοινωνικό χάρτη της Ελλάδας.
Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης οργανώνει και συγκεντρώνει τις διατάξεις για τη λειτουργία των δήμων και περιφερειών, ενώ παράλληλα εισάγει ριζικές αλλαγές που επηρεάζουν βαθιά την κοινωνική συνοχή και την εθνική ταυτότητα της χώρας
Μία από τις πιο σημαντικές και ανησυχητικές διατάξεις του νόμου είναι το άρθρο 154, το οποίο μετατρέπει τη δημιουργία Συμβουλίων Ένταξης Μεταναστών και Προσφύγων (ΣΕΜΠ) από προαιρετική σε υποχρεωτική.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε δήμος της χώρας είναι πλέον αναγκασμένος να συστήσει τέτοιο συμβούλιο, θέτοντας σε εφαρμογή μια πολιτική που εγείρει σοβαρούς προβληματισμούς σχετικά με την εθνική ταυτότητα, την κοινωνική συνοχή και την πολιτισμική αυτονομία
Η κυβέρνηση επιλέγει συνειδητά τον όρο «ένταξη» αντί για «αφομοίωση», μεταθέτοντας το βάρος από την προσαρμογή των μεταναστών στις τοπικές και εθνικές παραδόσεις σε μια διαδικασία όπου οι ελληνικές κοινωνίες καλούνται να προσαρμοστούν στις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες των νέων πληθυσμών, κυρίως μουσουλμανικών.Την ώρα που η Ελλάδα αντιμετωπίζει δημογραφική συρρίκνωση, εγκατάλειψη της περιφέρειας και οικονομική πίεση των ελληνικών οικογενειών, το κράτος δημιουργεί έναν νέο θεσμό με αντικείμενο την πολιτική ένταξης μεταναστών.
Αυτό δημιουργεί μια σειρά από κοινωνικά, πολιτισμικά και πολιτικά ζητήματα, καθώς η μετατόπιση αυτή φαίνεται να υπονομεύει την εθνική ενότητα και την πολιτισμική κληρονομιά της χώρας.Το ερώτημα είναι απλό: γιατί η ίδια αποφασιστικότητα δεν επιδεικνύεται για τη στήριξη της ελληνικής οικογένειας, της γεννητικότητας και της παραμονής των νέων στην Ελλάδα;
Περαιτέρω, η διάταξη προωθεί ένα γραφειοκρατικό και πολιτικά αμφιλεγόμενο πλαίσιο, όπου οι συμμετέχοντες στα συμβούλια πρέπει να είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα του Υπουργείου Μετανάστευσης.
Αυτό αποκλείει τις αυθεντικές φωνές των τοπικών κοινοτήτων και ανοίγει το δρόμο σε μεγάλες ΜΚΟ και κρατικούς παράγοντες, ενισχύοντας την ιδέα μιας συστηματικής πολιτικής μαζικής μετανάστευσης και ενσωμάτωσης, χωρίς οι ¨Ελληνες πολίτες να έχουν ερωτηθεί εάν συμφωνούν με αυτή..
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πρόκειται για συμβουλευτικά όργανα. Όμως κάθε νέος θεσμός δημιουργεί νέες υποχρεώσεις, νέα διοικητικά σχήματα, νέα χρηματοδότηση και νέες πολιτικές. Έτσι οικοδομείται σταδιακά ένας μόνιμος μηχανισμός που δύσκολα ανατρέπεται στο μέλλον.
Αν και το Υπουργείο παρουσιάζει τα συμβούλια ως «συμβουλευτικά», στην πράξη δημιουργείται ένας μόνιμος θεσμικός μοχλός πίεσης στους δήμους, με πιθανές μελλοντικές διεκδικήσεις για χώρους λατρείας, ειδικές εξαιρέσεις και πολιτισμικές διαφοροποιήσεις.
Η τοπική αυτοδιοίκηση μετατρέπεται έτσι σε πεδίο σταδιακής πολιτισμικής αλλοίωσης, ενώ η κυβέρνηση φαίνεται να προωθεί μια πολιτική πληθυσμιακής αναπλήρωσης, απομακρυνόμενη από τις πραγματικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας για ενίσχυση της γεννητικότητας, προστασία των συνόρων και στήριξη Ελλήνων νέων οικογενειών.
Αυτή η επιλογή δεν αποτελεί απλώς διοικητική απόφαση, αλλά μια συνειδητή πολιτική κατεύθυνση με σοβαρές επιπτώσεις στην εθνική και πολιτισμική ταυτότητα της Ελλάδας.
Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει μόνο μεταναστευτικό πρόβλημα. Αντιμετωπίζει πρόβλημα επιβίωσης του ίδιου του ελληνικού πληθυσμού. Όταν οι γεννήσεις είναι λιγότερες από τους θανάτους και η ύπαιθρος εγκαταλείπεται, η πρώτη προτεραιότητα μιας υπεύθυνης πολιτείας θα έπρεπε να είναι η στήριξη των Ελλήνων πολιτών και της ελληνικής οικογένειας.
Οι Έλληνες πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν ποια Ελλάδα σχεδιάζεται για τις επόμενες δεκαετίες. Έχουν δικαίωμα να απαιτούν οι αποφάσεις που επηρεάζουν τη δημογραφική, κοινωνική και πολιτισμική φυσιογνωμία της χώρας να λαμβάνονται με πλήρη διαφάνεια, δημόσια λογοδοσία και ουσιαστική συμμετοχή της κοινωνίας
Η χώρα μας έχει ιστορικά και νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις στους αυτόχθονες Έλληνες και το ελληνικό έθνος, που βασίζονται σε γενετικά και πολιτισμικά κριτήρια.
Κανένας δεν έχει δικαίωμα να παραβιάσει αυτό το δικαίωμα, καθώς η ελληνική ιθαγένεια είναι θέμα γενετικής προέλευσης και εθνικής ταυτότητας, και όχι παραχώρησης ή αγοράς.
Είναι ζωτικής σημασίας να διαφυλάξουμε την εθνική μας ταυτότητα και να αποτρέψουμε περαιτέρω αλλοίωση της κοινωνικής δομής της χώρας, αντιτασσόμενοι σε πολιτικές που θέτουν σε κίνδυνο την ενότητα και την αυθεντικότητα του ελληνικού έθνους.
Η Ελλάδα ανήκει στους αυτόχθονες Έλληνες, και η υπεράσπιση των δικαιωμάτων και της πολιτισμικής μας κληρονομιάς πρέπει να αποτελούν προτεραιότητα κάθε δημοκρατικά εκλεγμένης αρχής και κάθε πολίτη που επιθυμεί να διατηρήσει την ταυτότητά του.
Διαβάστε τον νόμο εδώ
